Category Archives: ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΜΕΝΗ ΑΣΚΗΣΗ

Εφαρμογή παιδαγωγικής γυμναστικής στα παιδιά με δυσπραξία

Η μελέτη και η έρευνα των σκόπιμων κινήσεων παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον πολλών επιστημόνων (ανατόμων, φυσιολόγων, κινησιολόγων, νευροφυσιολόγων, ψυχολόγων και γυμναστών). Όταν λέμε σκόπιμες κινήσεις εννοούμε τις κινήσεις που εκτελούνται για συγκεκριμένο σκοπό. Οι σκόπιμες κινήσεις συνθέτουν τις ασκήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους εξυπηρετούν διάφορους σκοπούς (π.χ.: τη μάθηση και η εκτέλεση κινητικών, αθλητικών και χορευτικών δεξιοτήτων, τη βελτίωση της δύναμης, της φυσικής κατάστασης κ.α.). Το αντικείμενο της μελέτης των σκόπιμων κινήσεων ανήκει στον ευρύτερο χώρο της κινητικής συμπεριφοράς και της ψυχολογίας. Η κινητική συμπεριφορά αναφέρεται στην έκφραση που εκδηλώνεται με τις κινήσεις  που προκαλούνται από τους σκελετικούς μυς.

Παράλληλα, υπάρχει έντονο ενδιαφέρον ερευνητών, για τα άτομα με κινητικές δυσκολίες, με σκοπό να γίνουν πιο παραγωγικά και αποτελεσματικά άτομα στους τομείς καθημερινής ζωής. Το ποσοστό των παιδιών που παρουσιάζουν σοβαρές κινητικές δυσκολίες κυμαίνεται από 4% έως 9% του συνολικού σχολικού πληθυσμού, ενώ στις μέτριες κινητικές δυσκολίες τα ποσοστά κυμαίνονται από 10% έως 15% (Dewey & Wilson, 2001). Αναγνωρίζοντας το πρόβλημα, σε πρώτο στάδιο, ένας νεαρός ασθενής πρέπει να παραπέμπεται σε ειδικούς αποκατάστασης (παιδιατρικό φυσιοθεραπευτή, εργοθεραπευτή και το παιδοψυχίατρο κτλπ).

 

Τι είναι η Αναπτυξιακή Διαταραχή της Κινητικής Συναρμογής

Υπάρχουν αρκετά παιδιά στην νηπιακή και πρώιμη παιδική ηλικία, που έχουν φτωχή κινητική εικόνα και χαρακτηρίζονται ‘’αδέξια’’ αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στην ακαδημαϊκή απόδοση, στην εκτέλεση διαφόρων κινήσεων καθημερινής ζωής, λόγω της φτωχής ικανότητας αισθητηριακής τους ρύθμισης. Η κινητική αδεξιότητα, σήμερα, ερμηνεύεται με τον όρο Αναπτυξιακή Δυσπραξία ή Αναπτυξιακή Διαταραχή της Κινητικής Συναρμογής (ΑΔΚΣ). Η ΑΔΚΣ στην αρχή καθιερώθηκε ως μια μορφή ″ελάχιστης εγκεφαλικής δυσλειτουργίας’’, δηλαδή ένα σύνολο συμπτωμάτων που αφορούν τη μάθηση, την προσοχή και το έλλειμμα του κινητικού συντονισμού. Για αυτό  μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να εμφανίζουν ταυτόχρονα και προβλήματα ΔΕΠ-Υ . H αναπτυξιακή δυσπραξία αποτελεί αναπηρία ή “ανωριμότητα» ενός οργανισμού ως προς την κίνηση. Πρόκειται για ”ανώριμο» τρόπο διαχείρισης της πληροφορίας από τον εγκέφαλο, που συνεπάγεται σε κακή μετάδοση των μηνυμάτων προς το σώμα και προβλήματα αντίληψης. Επίσης, ο οργανισμός για τη δυσπραξία (1987) αναφέρει ότι είναι «Μία ανεπάρκεια ή ανωριμότητα της οργάνωσης της κίνησης που σε μερικούς μπορεί να συνδέεται με προβλήματα λόγου, αντίληψης και σκέψης».  Με τον όρο «αντίληψη» εννοούμε την καταγραφή και επεξεργασία των ερεθισμάτων που λαμβάνουμε από το περιβάλλον μέσω των πέντε αισθήσεων (όραση, την όσφρηση, την γεύση, την αφή και τον ήχο.). Επίσης η αντιληπτική λειτουργία συνδέεται άμεσα με την κινητική ανάπτυξη καθότι η ομαλή κινητική ανάπτυξη είναι αδύνατη χωρίς αντιληπτική επάρκεια, ενώ η αντίληψη δεν έχει νόημα αν δεν συνδυάζεται με τα κινητικά πρότυπα. Για αυτό και σε μαθητές με προβλήματα οπτικής αντίληψης και αντίληψης σχέσεων στο χώρο παρατηρήθηκε σημαντική έλλειψη  προσανατολισμού, διάκρισης αντικειμένων που βρίσκονται στο χώρο, διάκρισης αριστερό-δεξί,  κατεύθυνσης καθώς και να εκτιμήσουν την απόσταση και την ταχύτητα (Burns και Watter (1971), Kephart (1966)).

Αυτά τα παιδιά εμφανίζουν μειωμένη κινητική συναρμογή, διαταραχές συμπεριφοράς, βιώνουν τη κοινωνική απομόνωση, την απογοήτευση, την απόσυρση, έλλειψη κινήτρων (στο σχολείο, στον αθλητισμό και στις δραστηριότητες αναψυχής) σχετικά με τα παιδιά της ηλικίας τους. Τέλος, αυτά τα παιδιά εμφανίζουν υψηλότερους δείκτες κακής φυσικής κατάστασης, που είναι ένας παράγοντας κινδύνου για την εκδήλωση προβλημάτων υγείας αργότερα ( παχυσαρκία, στεφανιαία νόσο, χαμηλή καρδιοαναπνευστική ικανότητα).

 

 

Κινητική συμπεριφορά

Το αντικείμενο της κινητικής συμπεριφοράς αποτελειται από δύο επιμέρους γνωστικούς χώρους: τον κινητικό έλεγχο και την κινητική μάθηση. Ο έλεγχος της κίνησης του παιδιού προέρχεται από την αυθόρμητη αυτο-οργάνωση και την αλληλεπίδραση των διάφορων συστημάτων (το παιδί, την δραστηριότητα και το περιβάλλον) προκειμένου να επιτευχθεί ένας λειτουργικός στόχος και είναι συνδεδεμένος με την οργάνωση του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ). Επίσης, ελέγχεται από τα αντανακλαστικά και σταδιακά εξελίσσεται σε σκόπιμες κινήσεις. Αντίθετα η κινητική μάθηση εξετάζει τη μάθηση και την εκτέλεση επιδέξιων κινήσεων, ως αποτέλεσμα της εξάσκησης. Η κινητική μάθηση αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που συντελούν στην απόδοση του ανθρώπου σε όλους τους τομείς της κινητικής δραστηριότητας.

Για να μειωθεί η αστάθεια στην εκτέλεση μιας κινητικής ακολουθίας,  πρωταρχικό παράγοντα αποτελεί η δημιουργία νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων. Πολύ σημαντική είναι η έγκαιρη ανίχνευση και αξιολόγηση των παιδιών με δυσκολίες στην κίνηση για την μετέπειτα εξέλιξη των παιδιών (Wall et all., 1990), γιατί αν δεν υπάρξει η κατάλληλη υποστήριξη κατά τη παιδική ηλικία τα προβλήματα θα συνεχιστούν και στην ενηλικίωση τους. Ο Gallahue (1993) τονίζει ότι η αρχή για την απόκτηση κινητικών δεξιοτήτων είναι η Φυσική Αγωγή.

 

Ο ρόλος των γυμναστών

Σίγουρα, πριν την έναρξη της άσκησης, τηρούνται οι βασικές αρχές προπονητικής (αξιολόγηση – καθορισμός στόχων – σχεδιασμός – εφαρμογή – αξιολόγηση), αλλά και οι ιδιαιτερότητες του κάθε ατόμου. Η εκμάθηση νέας δεξιότητας και η εξάσκηση λειτουργικής κίνησης και δραστηριότητας οδηγεί σε μετρήσιμες αλλαγές στον εγκέφαλο, ενεργοποιώντας την πλαστικότητα του ΚΝΣ. Η αξία που δίνεται από την προσχολική αγωγή στη σχεδίαση προγραμμάτων παρέμβασης στην κινητική ανάπτυξη και την κινητική αγωγή στο παιδαγωγικό πλαίσιο, έχει φανεί πως βελτιώνονει τις ελλείψεις κίνησης της ΑΔΚΣ, μειώνοντας τις πιθανότητες να  επηρεάσουν και άλλους τομείς της ανάπτυξης των παιδιών. Οι Καθηγητές Φυσικής Αγωγής ως Συντονιστές της Κίνησης (Movement Coach), διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο μεταξύ των εκπαιδευτικών που εμπλέκονται στην αναγνώριση – αξιολόγηση – παρεμβατική διαχείριση των μαθητών με ήπια κινητική αδεξιότητα, στο χώρο τους σχολείου, ή και με εξατομικευμένη παρέμβαση εκτός σχολείου, για τις σοβαρές κινητικές δυσκολίες. Η αξιολόγηση αποτελεί ένα από τα πιο βασικά στοιχεία της παιδαγωγικής διαδικασίας. Είναι μέσο ανίχνευσης ελλειμματικών κινητικών, ή μη συμπεριφορών, ή μέσο ανατροφοδότησης του μαθητή, αλλά και μέσο επίτευξης στόχων. Το πρόγραμμα παρέμβασης πραγματοποιείται εξατομικευμένα για τη δημιουργία ατομικού φακέλου του μαθητή, ακολουθώντας τις αρχές της Οικολογικής Παρέμβασης που προτείνεται από τους Henderson, Sugden και Barnett (2006).

Η φυσική δραστηριότητα και αγωγή αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του αναλυτικού προγράμματος της προσχολικής αγωγής, αλλά και  αποτελεσματικότερο εργαλείο για την προώθηση της ολόπλευρης ανάπτυξης των παιδιών. Η αδρή (φυσική) κινητικότητα προσφέρει μεγάλα οφέλη στην υγεία των παιδιών και των εφήβων, ιδιαίτερα στις ηλικίες 5-17 ετών, συνεισφέροντας στην ακαδημαϊκή απόδοση αλλά και στην νευρομυϊκή ανάπτυξη, διευκολύνοντας τις καθημερινές δραστηριότητες, αθλητικές δεξιότητες και δεξιότητες αυτο-φροντίδας (π.χ.: ντύσιμο). Επίσης, κατά την προσχολική ηλικία, οι αδρές δεξιότητες προοδεύουν σημαντικά την κατάκτηση των λεπτών κινητικών δεξιοτήτων (Berk, 2002) και αυτό γιατί πρώτα επιτυγχάνεται ο έλεγχος των μυών που βρίσκονται εγγύτερα στον άξονα του σώματος και αργότερα των πιο απομακρυσμένων μυών. Για αυτό και η ανάπτυξη των αδρών κινήσεων προηγείται των λεπτών κινήσεων των άκρων (Zimmer, 2007).  Ουσιαστικά, όταν επιτευχθεί ο συνδυασμός των απαραίτητων κινήσεων για να παραχθεί η γραφή, τότε το παιδί καταφέρνει με την εξάσκηση να εκλεπτύνει σταδιακά τις κινήσεις που κάνει. Η γραφή είναι μια μυϊκή δραστηριότητα που ελέγχεται από το νευρικό σύστημα και σε κινητικό επίπεδο,  έχει να κάνει με τους μηχανισμούς που εμπλέκονται στην κίνηση, την ισορροπία και τον έλεγχο του σώματος.

 

Συντονιστικές ασκήσεις

Οι συντονιστικές ικανότητες αποτελούν βάση για τη βελτίωση των φυσικών ικανοτήτων και συμβάλουν θετικά στη διαδικασία εκμάθησης δεξιοτήτων.  Επομένως πρέπει να αποτελεί έμμεσο στόχο των προγραμμάτων άσκησης. Αυτό,  γιατί, συμβάλλουν θετικά στην ταχύτερη εκμάθηση δεξιοτήτων και αποτελούν τη βάση για τη βελτίωση των φυσικών δεξιοτήτων. Οι συντονιστικές ικανότητες είναι: ικανότητα ισορροπίας, σύνθετη ικανότητα αντίδρασης, ικανότητα προσανατολισμού στο χώρο, ικανότητα κιναισθητικής διαφοροποίησης, και ικανότητα ρυθμού (Hirtz, 1985).  Για τη βελτίωση των συντονιστικών ικανοτήτων χρησιμοποιούνται συνήθως οι ασκήσεις ισορροπίας, ευκινησίας, συντονισμού, ενδυνάμωσης και αποτελούν σημαντικές παραμέτρους, της λειτουργικής ικανότητας, που είναι απαραίτητες για την ασφαλή και αποδοτική κίνηση. Αυτές οι ασκήσεις πραγματοποιούνται είτε με το βάρος του σώματος είτε με τη χρήση βοηθητικών οργάνων. Η ισορροπία είναι η σημαντικότερη συντονιστική ικανότητα, διότι επιφέρει: 1.βελτίωση της λειτουργικής ικανότητας του ατόμου και 2.βελτίωση της ισορροπίας του νευρομυικού συντονισμού. Επίσης, η μουσικοκινητική αγωγή βοηθάει τα παιδιά με δυσπραξία, ξεπερνώντας τις δυσκολίες που αφορούν τη συνειδητοποίηση, επίγνωση και το συντονισμό του σώματος, την τόνωση και ενδυνάμωση των μυών και τη χωρική συνειδητοποίηση μέσω προγραμματισμού και οργάνωσης και κινητικών μηχανισμών (Dalcroze & Sommer) . Όπως, οι Koyrtessis, Tzetzis, Kioumourtzoglou και Mavromatis (2001), διερεύνησαν ότι το πρόγραμμα παρέμβασης είχε θετική επίδραση στα παιδιά με ΑΔΚΣ (7 με 9 ετών), καθώς οι κινητικές δυσκολίες μπορούν να βελτιωθούν.

 

Πρόγραμμα ανάπτυξης των συντονιστικών ικανοτήτων σε παιδιά κ εφήβους:

Κατά το σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός προγράμματος άσκησης για τη βελτίωση των συντονιστικών ικανοτήτων, τηρούνται αυστηρά κάποιες βασικές προϋποθέσεις:

  1. Καλό θα ήταν να πραγματοποιείται 2-3φορές/εβδομάδα
  1. Συνολικός χρόνος ≥10-30min ανά προπονητική μονάδα, με προοδευτική βελτίωση χρονικής διάρκειας δραστηριότητας, κυρίως στους μαθητές με προβλήματα συγκέντρωσης
  1. Ζέσταμα πριν την προπόνηση
  2. Τοποθέτηση συντονιστικών ασκήσεων στην αρχή της προπόνησης (με διαφορετικές μορφές άσκησης και ποικιλία δραστηριοτήτων)
  3. Έμφαση στη σωστή τεχνική των ασκήσεων
  4. Πρέπει τα παιδιά να εξασκούνται πάνω στις  συντονιστικές ικανότητες, όσο πιο νωρίς γίνεται
  5. Δε πραγματοποιείται ποτέ σε συνθήκες κόπωσης και άγχους
  6. Δραστηριότητες στοχευμένες
  7. Περίοδοι ανάπαυσης
  8. Σταδιακή και προσεκτική αύξηση του βαθμού δυσκολίας
  9. Πολλά επίπεδα επιτυχίας παρά το αυστηρό ‘’περνάς και κόβεσαι’’
  10. Παιχνίδια χωρίς αποκλεισμούς

 

Προσαρμοσμένη Φυσική Αγωγή και αυτισμός

Μέχρι τις δεκαετίες του 80’, η φυσική αγωγή στα προγράμματα παρέμβασης των παιδιών με αυτισμό ήταν ελάχιστη. Με τα χρόνια γίναν πολλές έρευνες πάνω στην κινητική ανάπτυξη και συμπεριφορά των παιδιών με αυτισμό. Με αποτέλεσμα να γίνει η αναβάθμιση των προγραμμάτων φυσικής αγωγής. Έτσι η Προσαρμοσμένη Φυσική Αγωγή (ΠΦΑ) είναι ένας κλάδος της φυσικής αγωγής, που ασχολείται με την αγωγή ατόμων με ειδικές ανάγκες: αναπτυξιακές, αισθητηριακές διαταραχές, διαταραχές συμπεριφοράς, μάθησης, κτλ.

O Szot, Z. (1997) διατύπωσε μια τεχνική θεραπείας μέσω της κίνησης για παιδιά με αυτισμό. Υποστηρίζει ότι η διαδικασία καταγραφής δεδομένων εξαρτάται από τη δύναμη του εξωτερικού ερεθίσματος, το οποίο με τη σειρά του αντανακλά σε αντιδράσεις του εγκεφαλικού φλοιού, στον οποίο καταγράφονται τα δεδομένα. Ένα τέτοιο ερέθισμα επηρεάζει την ανταπόκριση στους υποδοχείς, την υγιή και κατάλληλη εξέλιξη του εγκεφάλου, που σε περαιτέρω λειτουργία σχετίζεται με κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Προτείνει λοιπόν τη μέθοδο του συνεχούς και επαναλαμβανόμενου ερεθισμού μέσω γυμναστικών ασκήσεων, που βασίζεται στην πεποίθηση ότι η επανάληψη των ασκήσεων στο σωστό χρόνο είναι σημαντική για την επίτευξη θεραπευτικής επίδρασης. Παράλληλα μέσα από ερευνητικές μελέτες διαπιστώνεται ότι η σχέση μεταξύ έλλειψης δραστηριότητας και συμπεριφορών παρεκτροπής είναι αντιστρόφως ανάλογη: όσο μειώνεται η φυσική δραστηριότητα, αυξάνονται οι συμπεριφορές παρεκτροπής (Elliott, R.O. Dobbin, A.R. Rose, G.D. Soper, H.V., 1994).

Επιστήμονες έκαναν μια έρευνα σε παιδιά με αυτισμό, με σκοπό να μελετήσουν τη χρησιμότητα της αύξησης της φυσικής δραστηριότητας ως μιας πιθανής μεθόδου μείωσης των συμπεριφορών αυτοδιέγερσης και αύξησης κατάλληλων αντιδράσεων, κατά τη διάρκεια του τζόκινγκ. Συγκεκριμένα μετρήθηκαν για την επίδραση της αυτοδιέγερσης, τις κατάλληλες μορφές συμπεριφοράς πριν και μετά την άσκηση. Τα αποτελέσματά μετά το τζόκινγκ ήταν: 1.μειώσεις στα επίπεδα συμπεριφορών αυτοδιέγερσης, 2. αυξήσεις σε κατάλληλο παιχνίδι και ακαδημαϊκή απόδοση, 3. αλλαγές στη συμπεριφορά των παιδιών με αυτισμό σε τρία διαφορετικά ερευνητικά περιβάλλοντα: στην ακαδημαϊκή απόδοση τους, κατά τη διάρκεια παιχνιδιού με μπάλα σε μια εξωτερική περιοχή για παιχνίδι και σε ένα ήσυχο δωμάτιο, όπου καμιά άλλη δραστηριότητα δεν συνέβαινε και 4.γενικά αύξηση ενδιαφερόντων για σχολικά καθήκοντα, όταν αυτά ακολουθούσαν τις συνεδρίες τζόκινγκ.

Οι ερευνητές κατέληξαν ότι η αποδοτικότερος τύπος άσκηση για τα παιδιά με αυτισμό είναι η έντονη άσκηση (π.χ: τζόκινγκ) συγκριτικά με την ήπια άσκηση (π.χ παιχνίδι με μπάλα ή περπάτημα) που είχε μικρή ή καθόλου επίδραση στη στερεοτυπική αντίδραση των παιδιών. Συγκεκριμένα, συγκεκριμένα για το 57% των συμπεριφορών παρεκτροπής και για το 65% των στερεοτυπικών συμπεριφορών φάνηκε βελτίωση, ύστερα από την εφαρμογή του προγράμματος αερόβιας άσκησης. Επιπλέον,  όταν προηγήθηκε άσκηση με τζόκινγκ ή ασκήσεις μυικής τόνωση κορμού (π.χ. καθίσματα, κοιλιακοί) επέφεραν αλλαγές στη συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια τη μελέτη ή στη παρακολούθηση 40λεπτου  μαθήματος. Σημειώθηκε μείωση κατά (30%)  στη φυσική αυτοδιέγερση, οι μη επιθυμητές συμπεριφορές μειώθηκαν (43%) και οι φωνοποιήσεις μειώθηκαν κατά 20% .

Η Προσαρμοσμένη Φυσική Αγωγή (ΠΦΑ) με το σχεδιασμό και την εφαρμογή κατάλληλων προγραμμάτων εκπαίδευσης και άσκησης φαίνεται να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαίδευσης των ατόμων με αυτισμό, έχοντας πολλά να προσφέρει στη βελτίωση της λειτουργικότητας και της επικοινωνίας με το περιβάλλον, καθώς και στην ανάπτυξη του επιπέδου θετικής συμπεριφοράς των ατόμων αυτών. Είναι σημαντικό να γίνει η ατομική προοδευτική διαμόρφωση των σωστών μεθόδων και συνθηκών άσκησης,  ανάλογα με τις δυσκολίες που προαναφέραμε παραπάνω τα παιδιά με αυτισμό, ώστε να ενθαρρύνουν τα άτομα με αυτισμό να συμμετέχουν και κατά συνέπεια να απολαύσουν τις θετικές επιδράσεις της άσκησης. Τέλος όσον αφορά σε γενικότερες φυσικές δραστηριότητες, φαίνεται ότι στα άτομα με αυτισμό συχνά αρέσει το κολύμπι, η πεζοπορία, η ιππασία και άλλες κατά περίπτωση δραστηριότητες.

Ελένα Τριανταφύλλου

www.alfavita.gr

www.eidikospaidagogos.gr

www.healthcorner.gr

ΔΕΠΥ και ΑΣΚΗΣΗ

Οι Νευροδιαβιβαστές μπορούν να επηρεάσουν: τη διάθεση, την όρεξη, το άγχος, τον ύπνο, τον καρδιακό ρυθμό, τη θερμοκρασία, την επιθετικότητα, το φόβο, τη  συμπεριφορά, την ενέργεια, την   ευφορία, τη  χαλάρωση, την  ευδαιμονία, την καλή μνήμη, και πολλά άλλα ψυχολογικά και σωματικά γεγονότα.

Γνωρίζουμε όλοι πόσο σημαντική είναι η άσκηση στον ανθρώπινο οργανισμό και τα οφέλη της. Κρίσιμη σημασία αποκτά η ενσωμάτωση της άσκησης στη ζωή ενός παιδιού με ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας). Η άσκηση ως πιθανό μέσο θεραπείας της ΔΕΠΥ άρχισε τα τελευταία χρόνια να εξετάζεται από τους ερευνητές. Επιστήμονες συνιστούν καθημερινή αερόβια δραστηριότητα, μειώνοντας τα συμπτωμάτων της ΔΕΠΥ στην τάξη και στο σπίτι. Επιστήμονες παρακολούθησαν, για περίπου τρεις μήνες, περίπου 200 μαθητές (με ΔΕΠΥ ή χωρίς) από το νηπιαγωγείο ως την δευτέρα τάξη. Τα παιδιά που έκαναν μέτρια ως έντονη φυσική δραστηριότητα ωφελήθηκαν σε μεγαλύτερο εύρος αποτελεσμάτων στις απαιτήσεις του σχολείου σχετικά με τα παιδιά που πραγματοποιούσαν καθιστικές δραστηριότητες. Επιπλέον, τα 2/3 των γονέων και δασκάλων δήλωσαν ότι παρατήρησαν συνολική βελτίωση στη συμπεριφορά των παιδιών.

Οι ειδικοί πιστεύουν ότι τα ατομικά αθλήματα είναι πιο κατάλληλα για τα παιδιά με ΔΕΠΥ σε σχέση με τα ομαδικά. Τα ομαδικά αθλήματα που απαιτούν σωματική επαφή δεν είναι η κατάλληλη επιλογή εκτός κι αν στόχος είναι η κοινωνικοποίηση του παιδιού. Τα παιδιά με ΔΕΠΥ υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να τα καταφέρουν σε ατομικά αθλήματα, όπως είναι το ποδήλατο, η κολύμβηση, η άσκηση στη φύση ή μια απλή 20λεπτη βόλτα με τα πόδια στο πάρκο. Τα ομαδικά αθλήματα βοηθούν τα παιδιά με ΔΕΠΥ να συγκεντρωθούν πιο εύκολα. Παράλληλα, αθλήματα που απαιτούν απομνημόνευση κινητικών προτύπων και αλληλουχία κινήσεων βοηθούν ένα παιδί με ΔΕΠΥ να εστιάσει την προσοχή του, στις επαναλαμβανόμενες τεχνικές. Σημαντικός παράγοντας είναι η ηλικία και το φύλο του παιδιού, ώστε να καθορίσουμε ακριβώς τη συχνότητα και η ποσότητα της σωματικής δραστηριότητας που επιδρά θετικά στα συμπτώματά της ΔΕΠΥ.

Η άσκηση εκτός ότι είναι ωφέλιμη για να τονώνει τους μύες τους σώματός, τονώνει και τη λειτουργία του εγκεφάλου μας. Η άσκηση αυξάνει τη ροή αίματος του εγκέφαλου, των αιμοφόρων αγγείων και τη δομή του εγκεφάλου. Έτσι αυτόματα αναπτύσσεται και βελτιώνεται η σκέψη, η σχεδίαση, τα συναισθήματα η συμπεριφορά. Παράλληλα ο ανθρώπινος οργανισμός όταν ασκείται, αυτόματα απελευθερώνονται, χημικές ουσίες, οι νευροδιαβιβαστές. Νευροδιαβιβαστές ονομάζονται βιοχημικές ενώσεις, οι οποίες χρησιμεύουν στην μεταβίβαση πληροφοριών από ένα νευρώνα στον επόμενο. Αυτοί, περιλαμβάνουν την ντοπαμίνη και τη νορεπινεφρίνη οι οποίες μας βοηθούν να σκεφτόμαστε, να εστιάζουμε την προσοχή μας και να ελέγχουμε τη συμπεριφορά μας. Αυτή την αντίδραση την επεξεργάζονται τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ, αυξάνοντας τις ποσότητες των ουσιών αυτών στον εγκέφαλο. Επομένως, συμπεραίνουμε ότι η άσκηση μπορεί να προσφέρει τα ίδια, με φυσικό τρόπο.

Η άσκηση επιτρέπει στα παιδιά να εκτονώνουν την ενέργεια τους και μειώνει την παρορμητικότητα – υπερκινητικότητα που συνδέεται με την ΔΕΠΥ. Παράλληλα, είχαν καλύτερη απόδοση στα τεστ προσοχής, βελτιώνοντας τις επιδόσεις στα μαθηματικά και στην ανάγνωση και είχαν λιγότερη παρορμητικότητα ακόμα και χωρίς λήψη φαρμάκων. Η άθληση και η γυμναστική είναι ιδιαίτερα ωφέλιμες στον κοινωνικό τομέα και στην ανάπτυξη δεξιοτήτων συμπεριφοράς, που πολλά παιδιά με ΔΕΠΥ δυσκολεύονται να κοινωνικοποιηθούν με τη συμπεριφορά τους. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που ασκούνται έχουν λιγότερα προβλήματα συμπεριφοράς, δεν διακόπτουν τους άλλους, έχουν λιγότερη επιθετική συμπεριφορά, φέρονται λιγότερο ανάρμοστα και παρορμητικά και συνεργάζονται πιο εύκολα. Παράλληλα, αθλήματα που απαιτούν απομνημόνευση κινητικών προτύπων και αλληλουχία κινήσεων βοηθούν ένα παιδί με ΔΕΠΥ να εστιάσει την προσοχή του, στις επαναλαμβανόμενες τεχνικές. Τέλος, η σωματική δραστηριότητα φαίνεται να είναι μια πολλά υποσχόμενη παρεμβατική μέθοδος για την ΔΕΠΥ με γνωστά οφέλη στην υγεία συνολικά, οι γνωστικές επιδόσεις, η λειτουργία του εγκεφάλου αλλά και η συμπεριφορά των παιδιών με ΔΕΠ-Υ, αναφέρουν οι ειδικοί!

Ελένα Τριανταφύλλου

www.eidikospaidagogos.gr

www.healthcorner.gr